Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Francesca και Paolo - Το τραγικό τέλος ενός έρωτα



Emilia Romagna, 13ος αιώνας


Στο κάστρο του Polenta, στα περίχωρα του Bertinoro, κατέφθαναν κάθε τόσο ιππότες∙ όχι μόνο για να αναμετρηθούν μεταξύ τους σε αγώνες, αλλά για να θαυμάσουν από κοντά το κάλλος της Francesca, της κόρης του Guido da Polenta, του καστελάνου.
Η όμορφη κοπέλα, γεννημένη γύρω στο 1260 και μεγαλωμένη με αυστηρές αρχές, μέσα στο κάστρο του πατέρα της, ασφυκτιούσε με όλους τους κανόνες στους οποίους έπρεπε να υπακούει καθημερινά.

Ο Guido da Polenta, είχε καταφέρει να επεκτείνει την κυριαρχία του σε όλη τη Ravenna και σ’αυτό, τον είχε βοηθήσει αρκετά ο άρχοντας του Rimini, ο Malatesta. Οι έριδες είχαν από χρόνια κωπάσει κι ο καστελάνος αισθανόταν πως έπρεπε με κάποιο τρόπο να επιδείξει ευγνωμοσύνη στην οικογένεια των Malatesta.

Η δεκαπεντάχρονη, τότε, Francesca, φάνταζε ο ιδανικότερος άνθρωπος για τα σχέδιά του. Θα πάντρευε την κόρη του με τον γιο του Malatesta, τον Gianciotto Malatesta. Θα ησύχαζε κιόλας, διότι με αυτήν την ένωση των δύο οικογενειών, οι διαμάχες και οι βεντέτες δε θα αναδύονταν ποτέ ξανά. Ήταν ο τέλειος τρόπος για να εδραιωθεί ειρήνη και παντοτινή συμφιλίωση ανάμεσά τους.
Ο Gianciotto, όμως, ήταν δύσμορφος και σκληρός άντρας για μια ευγενική κοπέλα σαν την Francesca. Ο πατέρας της, υποψιαζόταν πως θα αντιδρούσε και γι’αυτό, φρόντισε ώστε όλα να γίνουν με δόλιο τρόπο.
Θα της παρουσίαζε για μέλλοντα σύζυγο, τον Paolo Malatesta, τον όμορφο και ευγενικό αδερφό του Gianciotto. Ο «γάμος» θα γινόταν κανονικά με τον Paolo ως γαμπρό, αλλά στα έγγραφα, νόμιμος σύζυγος, θα φαινόταν ο Gianciotto.
Η μητέρα της Francesca, δε συμφωνούσε με αυτήν τη μηχανορραφία και προσπάθησε να μεταπείσει τον σύζυγό της. Μάταια όμως.
Ο γάμος έγινε το 1275 και η ανυποψίαστη κοπέλα έπεσε στην παγίδα του ίδιου του πατέρα της.

Castello di Gradara, 1289
O Gianciotto πηγαινοερχόταν στο Pesaro για τα καθήκοντά του εκεί ως δήμαρχος και η Francesca με τα δυο τους παιδιά, έμεναν στο κάστρο της κοντινής πόλης Gradara.
Όσο κι αν προσπαθούσε ο Gianciotto, όσα δώρα κι αν έφερνε στη σύζυγό του, δεν κατάφερνε, ούτε να την εντυπωσιάσει, ούτε να την κάνει να τον αγαπήσει. Η Francesca, φιλοξενούσε σε μια ήσυχη γωνιά του μυαλού της, τον Paolo, ο οποίος την επισκεπτόταν συχνά στο κάστρο και της διάβαζε ιστορίες των Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης.
Ο έρωτας ανάμεσα στους δύο νέους, δεν άργησε να ανατείλει. Ο Paolo, κατέφθανε στο κάστρο κάποια πρωινά, λίγο πριν πάει να επιθεωρήσει τα κτήματά του, στη Gradara. Την έβρισκε πάντα στον κήπο, να μαζεύει λουλούδια  και να κάθεται σιωπηλή στα κιόσκια.
Ήταν τώρα μια εβδομάδα, που της διάβαζε τον έρωτα του ιππότη Λάνσελοτ για τη σύζυγο του βασιλιά Αρθούρου.
Οι συχνές επισκέψεις του Paolo, θορύβησαν έναν υπηρέτη του Gianciotto και γι’αυτό, έσπευσε να τον ενημερώσει.
Ένα πρωί, ο Gianciotto, προσποιήθηκε ότι θα έφευγε για δουλειές στο Pesaro για να διαπιστώσει τι ακριβώς γινόταν εν απουσία του. Κρύφτηκε, λοιπόν, στο κάστρο και περίμενε τον αδερφό του.
Η Francesca είχε μόλις ξυπνήσει και χτένιζε τα μαλλιά της στην κάμαρά της. Ο συνθηματικός χτύπος στην πόρτα, την έκανε να αναρριγήσει και να ρίξει μια τελευταία ματιά στον καθρέπτη. Ο Paolo μπήκε μέσα στο δωμάτιο με το βιβλίο στο χέρι. Της φίλησε το χέρι και κάθισε δίπλα της.
«Πες μου τη συνέχεια της ιστορίας» του είπε χαμηλόφωνα η Francesca.
Ο Paolo άνοιξε το βιβλίο στο σημείο που είχε βάλει τον σελιδοδείκτη και άρχισε να της διαβάζει.
Σε αρκετά σημεία της ανάγνωσης, οι ματιές τους χάνονταν η μία μέσα στην άλλη, ενώ οι ανάσες τους συναντιούνταν κλεφτά στον αέρα του δωματίου.
«Ο Λάνσελοτ» συνέχισε ο Paolo, «πλησίασε το πρόσωπο της Γκουίνιβερ και τη φίλησε με πάθος...».

Εκείνη τη στιγμή, σταμάτησε να κυλάει ο χρόνος και ο Paolo έγινε Λάνσελοτ και η Francesca πήρε τη θέση της Γκουίνιβερ. Για ελάχιστα δευτερόλεπτα, κατάφερε επιτέλους να ζήσει τον αληθινό έρωτα. Για ελάχιστα δευτερόλεπτα.
Η πόρτα του δωματίου άνοιξε απότομα και εμφανίστηκε η αγριεμένη θωριά του Gianciotto. Κρατούσε στα χέρια του ένα σπαθί. Ο Paolo πετάχτηκε όρθιος για να αμυνθεί και καθώς σηκώθηκε, πιάστηκε το ρούχο του σε ένα καρφί του κρεβατιού. Ο Gianciotto είχε ήδη σηκώσει το σπαθί στον αέρα και η Francesca, για να σώσει τον αγαπημένο της, μπήκε μπροστά του.
Τα δύο κορμιά σωριάστηκαν καταγής, διαπερασμένα από το σπαθί του Gianciotto.



H ιστορία που διαβάσατε είναι αληθινή και τα πρόσωπα, υπαρκτά. Ο Δάντης, αναφέρει την ιστορία των δύο ερωτευμένων, στο Πέμπτο Άσμα της Κόλασης, στη Θεία Κωμωδία.
Τον συνοδεύει, όπως πάντα, ο Βιργίλιος και στον δεύτερο κύκλο των αμαρτωλών, στον κύκλο των «λάγνων», συναντάει τις βασανισμένες ψυχές της Francesca και του Paolo, καταδικασμένες να περιστρέφονται δεμένες και να μαστιγώνονται ανελέητα από ανεμοστρόβιλο.
                                                                                                     
Ο Δάντης μιλάει στη Francesca και εκείνη του διηγείται τον καημό της.

Canto V - Inferno (Divina Commedia)
Άσμα Πέμπτο - Κόλαση (Θεία Κωμωδία)
(στίχοι: 118 - 142 )                                                                              









Ma dimmi: al tempo d’i dolci sospiri,
a che e come concedette Amore
che conosceste i dubbiosi disiri?».
E quella a me: «Nessun maggior dolore
che ricordarsi del tempo felice
ne la miseria; e ciò sa ’l tuo dottore.
Ma s’a conoscer la prima radice
del nostro amor tu hai cotanto affetto,
dirò come colui che piange e dice.
Noi leggiavamo un giorno per diletto
di Lancialotto come amor lo strinse;
soli eravamo e sanza alcun sospetto.
Per più fiate li occhi ci sospinse
quella lettura, e scolorocci il viso;
ma solo un punto fu quel che ci vinse.
Quando leggemmo il disiato riso
esser basciato da cotanto amante,
questi, che mai da me non fia diviso,
la bocca mi basciò tutto tremante.
Galeotto fu ’l libro e chi lo scrisse:
quel giorno più non vi leggemmo avante».
Mentre che l’uno spirto questo disse,
l’altro piangea; sì che di pietade
io venni men così com’io morisse.
E caddi come corpo morto cade.





















       

(Μετάφραση)

Μα διηγήσου μου: τον καιρό των γλυκών αναστεναγμών,
ποια σημάδια σάς χάραξε η Αγάπη
κι αναγνωρίσατε τον πόθο τον αβέβαιο;
Κι εκείνη μου αποκρίθηκε: " Μεγαλύτερο άλγος
απ'των ευτυχισμένων ημερών, τη θύμηση,
δεν υπάρχει∙ κι αυτό, ο δάσκαλός σου,
καλά το ξέρει.
Μα αν της αγάπης μας, το πρωτότοκο ρίζωμα,
λαχταράς τόσο να μάθεις,
θα σου πω, κλαίγοντας και μιλώντας.
Πώς απ'τον έρωτα λαβώθηκε ο Λάνσελοτ,
διαβάζαμε, με τέρψη, μια μέρα∙
μονάχοι κι ανυποψίαστοι ήμασταν.
Πολλές ήσαν οι φορές, που, τις σελίδες περιδιαβαίνοντας,
αντάμωναν οι ματιές μας
κι απ'το πρόσωπο μίσευε το χρώμα∙
μα σε ένα μόνο σημείο, λυγίσαμε.
Όταν πια φτάσαμε στο ποθητό χαμόγελο,
που με τα χείλη ενός τέτοιου εραστή, έσμιξε,
ο Πάολο, που ποτέ δε με αποχωρίζεται,
το στόμα μου φίλησε, τρεμοσαλεύοντας.
"Γκαλεότο" λεγόταν το βιβλίο κι αυτός που το έγραψε:
κι από τη μέρα εκείνη, ποτέ πια δεν το διαβάσαμε ξανά".
καθώς τούτα έλεγε η μια ψυχή, η άλλη γοερά έκλαιγε∙
κι ήταν τόσος ο οίκτος γι'αυτό το κλάμα,
που από τη ζωή ένιωσα ότι έφευγα
κι όπως ένα σώμα άπνοο,
καταγής σωριάστηκα.


Σημείωση: Η μετάφραση που έκανα στους στίχους, δε θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να συγκριθεί με εκείνη του Νίκου Καζαντζάκη. Θα ήταν, άλλωστε, βλασφημία...
Οτιδήποτε, όμως, δημοσιεύεται σε αυτό το ιστολόγιο, προτιμώ να το μεταφράζω εγώ, διότι δε μου αρέσουν, γενικότερα, τα "έτοιμα".

19 σχόλια:

  1. Μαγική αφήγηση. Έφυγα μαζί σου πάλι...
    Να'σαι καλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κάπως έτσι "έφευγα" κι εγώ, στα φοιτητικά μου χρόνια, όταν γνώρισα το μεγαλείο του Δάντη...

      Διαγραφή
  2. Καλώς επέστρεψες Κωνσταντίνα, μ ένα τόσο ρομαντικό & αγνό αλλά καταδικασμένο έρωτα! Μέχρι ναρθεις σεργιανούσα στα ίδια ίχνη που άφησες στη λατρεμένη Ρώμη.
    Να περνάς όμορφα καλή μου, όπως εμείς εδώ μέσα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ'ευχαριστώ, Χαρά! Θέλησα να αναδείξω αυτό το αδικημένο και "παραμελημένο" ζευγάρι εραστών, διότι υπάρχουν κι άλλες ιστορίες πέρα από εκείνη του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας...

      Όσο για τη Ρώμη, θα επανέλθω και με δεύτερη διαδρομή!

      Διαγραφή
    2. Γιατί χάθηκες;
      Περιμένω τη δεύτερη διαδρομή...
      Φιλάκια πολλά

      Διαγραφή
    3. Χαχα! Υπομονή, Χαρά! Ετοιμάζω τη δεύτερη διαδρομή! :-)

      Διαγραφή
  3. Αντε βρε Πεππούλα περίμενα τόσο καιρό για άλλο ένα ταξιδάκι.
    Να'σαι καλά!
    Φιλιά πολλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Έλενα, το είχα αρκετό καιρό στο μυαλό μου, αυτό το "ταξίδι". Αισθάνομαι κατά έναν περίεργο τρόπο, ότι το χρωστούσα σ'αυτό το ζευγάρι και έπρεπε να μιλήσω γι'αυτούς τους δύο νέους...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Εγώ η χαμένη στο διάστημα το έψαχνα το κείμενο στο "Εξι"...
    Τεσπα, υπέροχο δίτσι..'Οπως όλα τα ταξίδια του έρωτα..
    Φιλιά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εσύ, χαμένη στο διάστημα...εγώ, χαμένη στον Δάντη!!

      Διαγραφή
  6. Ωραίο!!! Ευτυχώς μας ταξιδεύεις με αυτές τις ιστορίες Κωνσταντίνα...
    Φιλιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Κανονικά, θα έπρεπε το υπουργείο πολιτισμού της Ιταλίας να σε χρηματοδοτούσε για την προβολή της χώρας!
    Άψογη δουλειά, με συνέπεια και επαγγελματισμό.
    Το βίντεο πολύ κατατοπιστικό, γιατί τώρα το έχουμε και σαν εικόνα.
    Ελπίζω να καταφέρω να πάω κάποια στιγμή και να γευτώ και τη σπεσιαλιτέ του κάστρου. Μοιάζει πεντανόστιμη!
    Φιλιά πολλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Δε θέλω πολλά, Μαρία μου! Θα ήμουν ευχαριστημένη με μια αγροτική κατοικία με αμπελώνα, στην Τοσκάνη!! :-))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Κωνσταντίνα μου... Πόόόσο μου έλειψες (από το blog!!!) ;-)
    Για μια ακόμη φορά, την επιβίβάσή μου σε αυτό το... "μεταφορικό" μέσο, για το ταξίδι σου,
    ΔΕΝ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΙΩΣΑ ΚΑΘΟΛΟΥ!!!
    Πολλά φιλάκια!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γιάννα μου, χαίρομαι πάρα πολύ που έχω συνεπιβάτες σαν εσάς!! Θα επανέλθω δριμύτερη μόλις τελειώσει το καλοκαιράκι...

      Διαγραφή
  10. "Μεγαλύτερο άλγος απ'των ευτυχισμένων ημερών, τη θύμηση, δεν υπάρχει"... οι διακοπές -έστω κι ολιγοήμερες- πέρασαν και να 'μαστε πάλι για να ταξιδέψουμε με τη φαντασία διαβάζοντας τα καλογραμμένα κείμενά σου! Να 'σαι καλά να μας συντροφεύεις και να μας ταξιδεύεις!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Ευάγγελε, πόσες φορές ανατρέχω σε αυτούς τους στίχους, να'ξερες...
    Είναι αυτή η στιγμή που χάνεται και δεν πιάνεται.
    Να είμαστε όλοι καλά και να συνεχίσεις κι εσύ να μας ταξιδεύεις!

    ΑπάντησηΔιαγραφή